Ένα διαρθρωτικό πρόβλημα της ΥΠΑ αναδεικνύει ως βασική αιτία για το πρόσφατο περιστατικό στο FIR Αθηνών το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης:
Το υφιστάμενο σύστημα Επικοινωνιών Φωνής (VCS) της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), καθώς και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές της Υπηρεσίας που το υποστηρίζουν, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία SDH (Synchronous Digital Hierarchy), η οποία βρίσκεται εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή και δεν παρέχει πλέον ουσιαστικές εγγυήσεις λειτουργικής αξιοπιστίας.
Επισημαίνεται ότι εξ αρχής αρμόδια στελέχη του ΟΤΕ ανέφεραν ως βασική αιτία του προβλήματος το συγκεκριμένο σύστημα της ΥΠΑ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης του περιστατικού αναστολής λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026, το οποίο παραδόθηκε χθες στον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστο Δήμα, το συμβάν δεν συνδέεται με κυβερνοεπίθεση ή εξωτερική κακόβουλη παρέμβαση, αλλά αποδίδεται σε «ψηφιακό θόρυβο» που προκλήθηκε από αποσυγχρονισμό ετερογενών διατάξεων και διεπαφών οι οποίες τροφοδοτούν κρίσιμες εγκαταστάσεις αεροναυτιλίας.
Ο αποσυγχρονισμός αυτός οδήγησε σε ακούσια ενεργοποίηση και συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών, προκαλώντας υποβάθμιση και προσωρινή διακοπή τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων. Για λόγους ασφάλειας πτήσεων επιβλήθηκε πλήρης περιορισμός χωρητικότητας (zero rate) και ενεργοποιήθηκαν διαδικασίες έκτακτης ανάγκης.
Παρά τη σοβαρότητα του περιστατικού σε επιχειρησιακό επίπεδο, η Επιτροπή κατατάσσει το συμβάν ως χαμηλής διακινδύνευσης, χωρίς παραβίαση ελαχίστων διαχωρισμών και χωρίς να διαπιστωθεί έκθεση αεροσκαφών σε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο.
Σε θεσμικό και οικονομικό επίπεδο, ωστόσο, το πόρισμα λειτουργεί ως καμπανάκι για την ανάγκη επιτάχυνσης επενδύσεων εκσυγχρονισμού κρίσιμων υποδομών αεροναυτιλίας. Η Επιτροπή εισηγείται, μεταξύ άλλων, την επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP με την ολοκλήρωση του νέου συστήματος VCS/RCS και την εγκατάσταση 495 νέων πομποδεκτών, τη θεσμοθέτηση μόνιμου μηχανισμού άμεσης απόκρισης μεταξύ ΥΠΑ και τηλεπικοινωνιακού παρόχου, την ενίσχυση τηλεμετρίας και διαγνωστικών ελέγχων, καθώς και την αυξημένη εποπτεία του ραδιοφάσματος.
Συγκεκριμένα στο πόρισμά της, η Επιτροπή καταλήγει στις εξής εισηγήσεις:
- Επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP (Voice over IP), με την ολοκλήρωση των διαδικασιών προμήθειας – εγκατάστασης και θέσης σε επιχειρησιακή λειτουργία του νέου VCS/RCS (Voice Communication System / Radio Communication System) και των 495 νέων πομποδεκτών.
- Θεσμοθέτηση σταθερού κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης ΥΠΑ–ΟΤΕ και τυποποιημένων διαδικασιών κρίσεων με δοκιμές/εκπαίδευση υπό εποπτεία ΑΠΑ.
- Ενίσχυση με τηλεμετρία/τηλεχειρισμό και δυνατότητα εκτέλεσης από άκρο σε άκρο διαγνωστικών ελέγχων στα κομβικά σημεία.
- Ενίσχυση εποπτείας ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ για έγκαιρο εντοπισμό παρεμβολών/ανωμαλιών.
- Μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων του ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον, με στόχο τη μείωση συστημικών επιχειρησιακών κινδύνων και εξαρτήσεων με στόχο να διασφαλιστεί η αδιάλειπτη και ασφαλής παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας.
Στην Επιτροπή, υπό τον Διοικητή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας Χρήστο Τσίτουρα, συμμετείχαν ως μέλη: ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλης Μπλέτσας, ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Ζαμπακόλας, Μηχανικός Επικοινωνιών Επιτελής ΓΕΕΘΑ, ο υποδιευθυντής εποπτείας φάσματος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) Νίκος Ηγουμενίδης, εκπρόσωπος του EUROCONTROL (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας), ενώ συμμετείχε ως παρατηρητής και εκπρόσωπος του EASA (European Union Aviation Safety Agency).

