Σύμφωνα με το πόρισμα, η εκτεταμένη διαταραχή στις υπηρεσίες επικοινωνιών προκλήθηκε από τεχνική αστοχία που συνδέεται με την παλαιότητα και τον αποσυγχρονισμό κρίσιμου τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, γεγονός που οδήγησε σε «ψηφιακό θόρυβο» και ακούσια ενεργοποίηση πομπών, με αποτέλεσμα την εφαρμογή έκτακτων διαδικασιών για λόγους ασφάλειας πτήσεων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Επιτροπή, το πρόβλημα εκδηλώθηκε στις 08:58 τοπική ώρα, όταν οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας των Κέντρων Ελέγχου Περιοχής Αθηνών–Μακεδονίας ανέφεραν εκτεταμένο μπλοκάρισμα συχνοτήτων και έντονο, συνεχή θόρυβο τόσο στις κύριες όσο και στις εφεδρικές συχνότητες. Παράλληλα, καταγράφηκαν σοβαρές δυσλειτουργίες σε τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα εδάφους-εδάφους, καθώς και απώλεια ή υποβάθμιση ζεύξεων δεδομένων.
Οι αναφορές έκαναν λόγο για πλήρη ή εξαιρετικά δυσχερή επικοινωνία με τα αεροσκάφη, κατάσταση που επιβεβαιώθηκε και από τα πληρώματα πτήσης. Επιπλέον, προβλήματα σημειώθηκαν στις τηλεφωνικές επικοινωνίες με γειτονικούς τομείς ελέγχου και στην ανταλλαγή επιχειρησιακών δεδομένων, γεγονός που επιβάρυνε περαιτέρω τη διαχείριση της κυκλοφορίας.
Η επιβολή zero rate και η σταδιακή αποκατάσταση
Για λόγους ασφάλειας πτήσεων, αποφασίστηκε η επιβολή μηδενικής χωρητικότητας (zero rate) στο FIR Αθηνών, ενώ ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες έκτακτης ανάγκης. Η εξυπηρέτηση πτήσεων ανεστάλη προσωρινά και στη συνέχεια επανεκκίνησε σταδιακά, με περιορισμούς και αυξημένα χρονικά διαστήματα μεταξύ απογειώσεων, καθώς αναζητούνταν λειτουργικές συχνότητες.
Η επαναφορά των υπηρεσιών πραγματοποιήθηκε προοδευτικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ η πλήρης αποκατάσταση όλων των συχνοτήτων και τηλεφωνικών γραμμών καταγράφηκε στις 16:53 τοπική ώρα, έπειτα από τεχνικές ενέργειες επανασυγχρονισμού και επαναδρομολόγησης στο δίκτυο κορμού του παρόχου τηλεπικοινωνιών .
Τα τεχνικά ευρήματα της Επιτροπής
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βασική αιτία του περιστατικού ήταν ο αποσυγχρονισμός πολλαπλών ετερογενών διατάξεων και διεπαφών που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ. Ο αποσυγχρονισμός αυτός προκάλεσε «ψηφιακό θόρυβο», οδηγώντας στην ακούσια και συνεχή εκπομπή εφεδρικών πομπών, με αποτέλεσμα την κατάληψη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος και τη φίμωση κρίσιμων επιχειρησιακών συχνοτήτων.
Όπως επισημαίνεται στο πόρισμα, η ανίχνευση και διάγνωση της δυσλειτουργίας καθυστέρησε λόγω έλλειψης εκτεταμένης τηλεμετρίας και δυνατοτήτων εντοπισμού σφαλμάτων από άκρο σε άκρο, περιορισμοί που αποδίδονται στην παρωχημένη τεχνολογική αρχιτεκτονική των υφιστάμενων συστημάτων .
Με βάση τις αναφορές στην πλατφόρμα ECCAIRS και την αξιολόγηση της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας, το περιστατικό κατατάχθηκε ως χαμηλής διακινδύνευσης για την ασφάλεια πτήσεων, χωρίς καταγραφή παραβίασης ελαχίστων διαχωρισμών. Παράλληλα, οι έλεγχοι φάσματος, τόσο επίγειοι όσο και εναέριοι, απέκλεισαν το ενδεχόμενο παρεμβολής ή κακόβουλης εκπομπής από τρίτη πηγή, ενώ δεν εντοπίστηκαν ενδείξεις κυβερνοεπίθεσης .
Στο σκέλος των συστάσεων, η Επιτροπή θέτει ως άμεση προτεραιότητα τη μετάβαση σε υποδομές Voice over IP για τις επικοινωνίες αέρος-εδάφους και εδάφους-εδάφους, μέσω της προμήθειας και θέσης σε επιχειρησιακή λειτουργία νέων συστημάτων VCS/RCS. Παράλληλα, εισηγείται τη θεσμοθέτηση σταθερού μηχανισμού άμεσης απόκρισης μεταξύ ΥΠΑ και παρόχου, την ενίσχυση της εποπτείας ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ, καθώς και τη βελτίωση των δυνατοτήτων τηλεμετρίας και διαγνωστικών ελέγχων.
Τέλος, προτείνεται η μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων των ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον, με στόχο τη μείωση συστημικών κινδύνων και τη διασφάλιση της αδιάλειπτης και ασφαλούς παροχής υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

