Η συζήτηση για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξελίσσεται σε μια ανοιχτή πολιτική σύγκρουση για το ποιος θα ελέγχει τα μεγαλύτερα δημόσια κεφάλαια που έχουν ποτέ τεθεί στο τραπέζι των Βρυξελλών. Με προτεινόμενο μέγεθος που αγγίζει τα 2 τρισ. ευρώ για την περίοδο 2028–2034 και αυξημένο κατά 59% σε σχέση με το τρέχον πλαίσιο, αλλά και με τις εθνικές συνεισφορές να εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 81% στα 235 δισ. ευρώ, η διαπραγμάτευση εξελίσσεται ήδη σε πεδίο έντονων παρασκηνιακών διεργασιών. Η μάχη δίνεται για τον τρόπο κατανομής της ισχύος, με επίκεντρο το ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και κυρίως ποιος αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος σε περίπτωση αποτυχίας.
Η ανησυχία
Η μεγαλύτερη ανησυχία που εκφράζουν πηγές με γνώση των διαδικασιών είναι για τη δομή του, με την πρόταση της Κομισιόν να μειωθεί κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες το μέρος των δαπανών που εκτελείται από κοινού με τα κράτη-μέλη και να μεταφερθεί μεγαλύτερη ευθύνη σε εθνικά σχέδια, έχει ήδη ενεργοποιήσει ένα σύνθετο πλέγμα αντιδράσεων.
Σε εσωτερικές συσκέψεις, αξιωματούχοι κάνουν λόγο για «μετατόπιση ισχύος», με κράτη να ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στη χρήση των πόρων και άλλα να εκφράζουν φόβους για στρεβλώσεις και άνισους όρους ανταγωνισμού, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η γεωργία. Το γεγονός ότι ένα νέο ενιαίο ταμείο ύψους 865 δισ. ευρώ θα συγκεντρώνει πόρους για τις κρισιμότερες πολιτικές, από την αγροτική ανάπτυξη έως τις περιφερειακές ενισχύσεις, εντείνει τις ανησυχίες για το πώς θα καθορίζονται τελικά οι προτεραιότητες.
Το Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) στην έκθεση του σημειώνει ότι οι πολλές και σημαντικές αλλαγές που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ μπορεί τελικά να μη σημαίνουν και τη βελτίωση των μεθόδων χρηματοδότησης και διάθεσης των κονδυλίων, οι οποίες θα εφαρμόζονται για την υλοποίηση των ενωσιακών πολιτικών και προγραμμάτων από το 2028 και μετά.
Το βασικό σημείο
Το πιο βαρύ σημείο των διαβουλεύσεων, ωστόσο, εντοπίζεται στη χρηματοδότηση και στον έλεγχο. Η πρόταση για αύξηση των ροών «ιδίων πόρων» από τέσσερις σε εννέα, με νέες πηγές όπως οι φόροι σε καπνό, εταιρικά κέρδη και ηλεκτρονικά απόβλητα, έχει ήδη προκαλέσει έντονο παρασκήνιο, καθώς αρκετές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε νέες επιβαρύνσεις.
Την ίδια στιγμή, η δυνατότητα χρηματοδότησης μέσω δανείων έως 150 δισ. ευρώ ανοίγει συζήτηση για μια νέα φάση αύξησης του ευρωπαϊκού χρέους, σε μια περίοδο που τα περισσότερα κράτη επιχειρούν να επαναφέρουν δημοσιονομική ισορροπία. Στο εσωτερικό της Ένωσης, η προειδοποίηση ότι χωρίς τους νέους πόρους μπορεί να δημιουργηθεί δημοσιονομικό κενό λειτουργεί ως μοχλός πίεσης, αλλά και ως σημείο τριβής, καθώς οι επιλογές περιορίζονται ουσιαστικά σε δύο: περισσότερα χρήματα από τα κράτη ή περιορισμός των φιλοδοξιών.
Η κριτική που διατυπώνεται στο παρασκήνιο, ότι το νέο πλαίσιο δεν διασφαλίζει επαρκώς την αποτελεσματικότητα των δαπανών και ότι οι μηχανισμοί ελέγχου παραμένουν αδύναμοι, μετατρέπει τη διαπραγμάτευση σε μια άσκηση πολιτικής ισορροπίας με υψηλό ρίσκο.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η συζήτηση για τα ευρωπαϊκά κονδύλια γίνεται για το ποιος, αλλά και πώς θα τα διαχειρίζεται, σε μια συγκυρία όπου η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι πιέσεις στους εθνικούς προϋπολογισμούς καθιστούν κάθε απόφαση πιο φορτισμένη πολιτικά από ποτέ.
Στο παρασκήνιο, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη καθώς Κυβερνήσεις ισχυρότερων Ευρωπαϊκών κρατών
Νέο μοντέλο διαχείρισης
Το προτεινόμενο πλαίσιο σηματοδοτεί μια βαθύτερη αλλαγή στη φιλοσοφία λειτουργίας της Ένωσης. Η μεταφορά σημαντικού μέρους της ευθύνης στα κράτη-μέλη συνοδεύεται από την εισαγωγή εθνικών και περιφερειακών σχεδίων, τα οποία θα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την κατανομή των πόρων. Στις Βρυξέλλες, το μοντέλο αυτό περιγράφεται ως πιο «ευέλικτο» και πιο κοντά στις ανάγκες κάθε οικονομίας, καθώς επιτρέπει προσαρμογές σε εθνικές προτεραιότητες.
Στο παρασκήνιο, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη καθώς Κυβερνήσεις ισχυρότερων Ευρωπαϊκών κρατών εμφανίζονται έτοιμες να αξιοποιήσουν την ευελιξία για να κατευθύνουν πόρους σε στρατηγικούς τομείς, ενώ άλλες εκφράζουν ανησυχία για τον κίνδυνο καθυστερήσεων, αδυναμιών υλοποίησης και απώλειας πόρων. Το γεγονός ότι το νέο σύστημα συνδέεται λιγότερο με δαπάνες και περισσότερο με αποτελέσματα, δημιουργεί πρόσθετη πίεση για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, σε ένα περιβάλλον όπου οι οικονομικές συνθήκες παραμένουν ασταθείς.
Στις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, η αποδοχή αυτών των πόρων συνδέεται άμεσα με πολιτικά και οικονομικά ζητήματα σε εθνικό επίπεδο
Η πρόταση
Η πρόταση για ενίσχυση των ιδίων πόρων της Ένωσης αποτελεί έναν από τους πιο ευαίσθητους άξονες της διαπραγμάτευσης. Η αύξηση των πηγών εσόδων από τέσσερις σε εννέα αποτυπώνει την προσπάθεια δημιουργίας ενός πιο αυτόνομου δημοσιονομικού πλαισίου, μειώνοντας την εξάρτηση από τις εθνικές συνεισφορές. Οι νέες πηγές από ειδικούς φόρους έως εταιρικούς μηχανισμούς εντάσσονται σε μια στρατηγική που επιδιώκει σταθερότερη χρηματοδότηση.
Στις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, η αποδοχή αυτών των πόρων συνδέεται άμεσα με πολιτικά και οικονομικά ζητήματα σε εθνικό επίπεδο. Κυβερνήσεις εξετάζουν το δημοσιονομικό αποτύπωμα των νέων εισφορών και την επίδρασή τους στην ανταγωνιστικότητα, ενώ παράλληλα επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι οι εθνικές οικονομίες δεν θα επιβαρυνθούν δυσανάλογα.
Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνεδρίο προειδοποιεί για το ενδεχόμενο χρηματοδοτικού κενού. Οι προειδοποιήσεις για την ανάγκη κάλυψης του κενού μέσω αυξημένων εισφορών ή περιορισμού δαπανών εντείνουν την πίεση για συμφωνία, σε μια περίοδο όπου οι δημοσιονομικές ισορροπίες σε πολλά κράτη βρίσκονται ήδη υπό δοκιμασία.
Ο ρόλος του δανεισμού
Η δυνατότητα άντλησης πόρων μέσω δανεισμού έως 150 δισ. ευρώ εισάγει ένα νέο στοιχείο στη λειτουργία της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών έχει ήδη δημιουργήσει ένα πλαίσιο κοινής χρηματοδότησης, το οποίο επεκτείνεται με τη νέα πρόταση. Στο εσωτερικό των θεσμών, η χρήση δανεισμού αντιμετωπίζεται ως εργαλείο ενίσχυσης επενδύσεων και στήριξης πολιτικών προτεραιοτήτων. Ταυτόχρονα, η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα καθορίσουν το εύρος της χρήσης του εργαλείου αυτού και τη σχέση του με τις εθνικές πολιτικές, σε μια συγκυρία όπου η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και σταθερότητας παραμένει κρίσιμη.
Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα που αναδεικνύονται αφορά τους μηχανισμούς ελέγχου και την αποδοτικότητα των δαπανών. Οι επισημάνσεις για αδυναμίες στην εποπτεία και για περιορισμένη δυνατότητα αξιολόγησης των αποτελεσμάτων δημιουργούν προβληματισμό.Στις Βρυξέλλες, η ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών διαφάνειας αποτελεί βασικό σημείο συζήτησης, καθώς η αύξηση των πόρων συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις λογοδοσίας. Η διασφάλιση της ορθής χρήσης των κονδυλίων συνδέεται άμεσα με την αξιοπιστία του νέου προϋπολογισμού και με την αποδοχή του από τα κράτη-μέλη.
VIA: www.ot.gr


